Η εικόνα στους δρόμους της Αθήνας θυμίζει ολοένα και περισσότερο "καζάνι που βράζει". Ελλιπείς υποδομές, ένας από τους γηραιότερους στόλους οχημάτων στην Ευρώπη και η διαχρονικά υψηλή ιδιοκτησία αυτοκινήτων έχουν διαμορφώσει ένα εκρηκτικό "μείγμα", που δοκιμάζει καθημερινά την αντοχή οδηγών και επιβατών.
Παρά τις επενδύσεις των τελευταίων ετών, περιοχές της πρωτεύουσας εξακολουθούν να μην διαθέτουν επαρκείς συνδέσεις με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Η Ελλάδα καταγράφει 579 επιβατικά αυτοκίνητα ανά 1.000 κατοίκους, την 11η υψηλότερη αναλογία στην ΕΕ, ενώ η Αθήνα διαθέτει σχεδόν 900 αυτοκίνητα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Συγκριτικά, στη μητροπολιτική περιοχή της Ρώμης η αναλογία είναι περίπου 500 αυτοκίνητα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, ενώ στη Λισαβόνα ο αριθμός είναι ακόμα χαμηλότερος – περίπου 250 αυτοκίνητα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, σύμφωνα με τα στοιχεία μελέτης του ΙΟΒΕ για τη συμβολή της Uber στην ελληνική οικονομία.
Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι η χώρα μας διαθέτει τον παλαιότερο στόλο επιβατικών αυτοκινήτων στην ΕΕ, με μέσο όρο ηλικίας άνω των 17 ετών — αποτέλεσμα της πολυετούς οικονομικής κρίσης.
Η συμφόρηση στην Αθήνα χτυπά κόκκινο, με τη μέση διάρκεια διαδρομής ανά 10 χιλιόμετρα να έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία και να διαμορφώνεται πλέον στα 29,4 λεπτά. Τις ώρες αιχμής, οι μέσες ταχύτητες για τα ΙΧ περιορίζονται στα 20–25 χλμ./ώρα, ενώ εκτός αιχμής φθάνουν έως τα 50 χλμ./ώρα, ανάλογα με τις συνθήκες στους αστικούς αυτοκινητοδρόμους. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στα κλασικά πρωινά και απογευματινά "κύματα", καθώς η Αθήνα, ως δημοφιλής τουριστικός προορισμός, καταγράφει αυξημένη κίνηση και τα Σαββατοκύριακα ή τις νυχτερινές ώρες.
Η επιβάρυνση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Από το 2017 και μετά η κυκλοφορία αυξάνεται σταθερά, αντανακλώντας και τις μεταβολές στην αγορά εργασίας: η απασχόληση στην Αττική ενισχύθηκε κατά 10%, ενώ η εξ αποστάσεως εργασία περιορίστηκε, οδηγώντας περισσότερους εργαζόμενους σε καθημερινές μετακινήσεις προς και από τον χώρο εργασίας, σύμφωνα με τη μελέτη. Οι καθημερινές μετακινήσεις εκτιμώνται σε 6,4 εκατ. το 2024 και αναμένεται να φθάσουν τα 7,1 εκατ. έως το 2030. Υπολογίζεται ότι κάθε εργαζόμενος χάνει περίπου 110 ώρες ετησίως λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης.
Η τουριστική έκρηξη εντείνει τις πιέσεις. Οι επισκέπτες στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 45% μεταξύ 2016 και 2024, ενώ στην Αθήνα σχεδόν διπλασιάστηκαν. Οι περιορισμένες θέσεις στάθμευσης και το υψηλό κόστος — 10–15 ευρώ στο κέντρο, 5–7 στα προάστια — συμπληρώνουν το σκηνικό.
Οι συνθήκες κυκλοφορίας στην Αθήνα αναδεικνύουν την ανάγκη για πιο ολοκληρωμένες λύσεις μετακίνησης, που να συνδυάζουν τα παραδοσιακά μέσα μαζικής μεταφοράς με τις ψηφιακές πλατφόρμες ridesharing, όπως η Uber. Η μελέτη του ΙΟΒΕ αποτυπώνει την παρουσία της εταιρείας στην Ελλάδα και σε οικονομικούς όρους: σήμερα η Uber συνεργάζεται με περίπου 6.000 επαγγελματίες οδηγούς ταξί — σχεδόν το 50% του ενεργού στόλου — ενώ οι διαδρομές μέσω της πλατφόρμας συνεισέφεραν 110 εκατ. ευρώ στο ελληνικό ΑΕΠ το 2024, εκ των οποίων περίπου 50 εκατ. ευρώ προέρχονται από άμεση επίδραση και 60,5 εκατ. ευρώ από έμμεσες και προκαλούμενες επιδράσεις.
Η μελέτη, που δόθηκε χτες στη δημοσιότητα, επικαλείται το παράδειγμα της Πορτογαλίας, όπου η ρυθμιστική μεταρρύθμιση του 2018 απλοποίησε το πλαίσιο λειτουργίας των υπηρεσιών ταξί. Έως το 2023, ο κύκλος εργασιών των ταξί στην Πορτογαλία είχε ξεπεράσει τον αντίστοιχο της Ελλάδας κατά 40%, φτάνοντας στο ένα δισεκατομμύριο ευρώ, ενώ πριν από τη μεταρρύθμιση υπολειπόταν κατά 24%.
"Τα οικονομικά δεδομένα της μελέτης του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι η Ελλάδα αυτή τη στιγμή περιορίζεται από μια διαρθρωτική έλλειψη προσφοράς. Ενώ η Αθήνα αντιμετωπίζει ακραία κυκλοφοριακή συμφόρηση, με σχεδόν 900 οχήματα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, ένας γηρασμένος στόλος και περιοριστικοί κανονισμοί περιορίζουν την καινοτομία. Αν ευθυγραμμίσουμε το νομοθετικό μας πλαίσιο με επιτυχημένα μοντέλα, όπως της Πορτογαλίας, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε 2.900 νέες θέσεις εργασίας για οδηγούς και να προσθέσουμε 318 εκατ. ευρώ στο ελληνικό ΑΕΠ", δηλώνει στο Capital.gr η Γενική Διευθύντρια της Uber Ελλάδος, Σαρίτα Βαρούχ.
Στην Ελλάδα, η Uber βλέπει μια σειρά από περιορισμούς στο νομοσχέδιο του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, που αναμένεται να κατατεθεί- στην τελική του μορφή- στη Βουλή το επόμενο διάστημα, εκφράζοντας αντιρρήσεις μεταξύ άλλων για την υποχρεωτική 30λεπτη προκράτηση, τις ελάχιστες χρεώσεις — 90 ευρώ για την ενδοχώρα και 40 ευρώ για τα νησιά — και τη διατήρηση της πρακτικής "επιστροφής στο γκαράζ" εκτός μεγάλων πόλεων. Κατά την εταιρεία, ότι οι ρυθμίσεις αυτές περιορίζουν την ευελιξία της άμεσης εξυπηρέτησης, αυξάνουν το κόστος για επιβάτες και οδηγούς και ενδέχεται να δημιουργήσουν μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα λόγω άσκοπων χιλιομέτρων.
Του Στάθη Βασιλόπουλου
Ολοταχώς για κυκλοφοριακό μπλάκ αουτ η Αττική - Οι κρίσιμοι αριθμοί
