Οι άνθρωποι δεν χωρίζουν επειδή δεν αγαπιούνται πια.
Χωρίζουν γιατί χάνουν τον τρόπο να συναντιούνται. Γιατί μέσα στο βάρος της
καθημερινότητας, οι φωνές σκεπάζουν τη σιωπή, τα «πρέπει» σκεπάζουν τα «θέλω»,
και το βλέμμα παύει να αναγνωρίζει τον άνθρωπο που κάποτε αγαπήθηκε.
Ο γάμος, όσο κι αν μοιάζει με υπόσχεση σταθερότητας, είναι στην ουσία ένας ζωντανός οργανισμός. Αν δεν τον φροντίζεις, μαραίνεται. Αν δεν του δίνεις οξυγόνο, πνίγεται μέσα στην ασφυξία των ρόλων, των συνηθειών, της βιασύνης.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η ατομικότητα έχει αναχθεί σε
ύψιστη αξία. Μάθαμε να αναζητούμε την «αυτοπραγμάτωση», την ελευθερία, τον χώρο
μας, συχνά όμως, χωρίς να μάθουμε πώς να μοιραζόμαστε. Έτσι, όταν η σχέση
αρχίζει να απαιτεί συμβιβασμό, να ζητά ευθύνη και ωριμότητα, πολλοί τρομάζουν.
Αντί να συναντήσουν τον άλλον, αποσύρονται μέσα στον εαυτό τους, με τη
δικαιολογία ότι «χάθηκε η αγάπη». Όμως, η αγάπη δεν χάνεται, εγκαταλείπεται.
Η συναισθηματική αποξένωση συνήθως ξεκινά αθόρυβα: μια
κουβέντα που δεν ειπώθηκε, ένα βλέμμα που δεν ανταλλάχθηκε, ένα άγγιγμα που
παραλείφθηκε. Σιγά σιγά, το ζευγάρι παύει να είναι «εμείς» και γίνεται «εγώ κι
εσύ». Και τότε, μέσα στην ψευδαίσθηση ότι «δεν ταιριάζουμε πια», κρύβεται η
αλήθεια ότι απλώς πάψαμε να βλέπουμε, να ακούμε, να προσπαθούμε.
Ίσως τότε, ο γάμος να ξαναγίνει αυτό που προοριζόταν
να είναι: όχι ένα συμβόλαιο, αλλά μια συνεχής συνάντηση δύο ψυχών που επιλέγουν
κάθε μέρα — όχι από ανάγκη, αλλά από αλήθεια.
