Το αυξημένο κόστος ζωής εξακολουθεί να απορροφά σημαντικό μέρος των εισοδηματικών αυξήσεων, με αποτέλεσμα πολλά νοικοκυριά να διαθέτουν σχεδόν ολόκληρο το μηνιαίο εισόδημά τους για στέγαση, τρόφιμα, ενέργεια και άλλες βασικές ανάγκες.
Έτσι, παρότι τα συνολικά υπόλοιπα στις τράπεζες κινούνται ανοδικά, η εικόνα αυτή δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι η πλειονότητα των πολιτών καταφέρνει να βάζει περισσότερα χρήματα στην άκρη.
Αυξάνονται οι καταθέσεις, όχι όμως με τον ίδιο τρόπο για όλους
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν συνεχιζόμενη αύξηση των καταθέσεων, τόσο από επιχειρήσεις όσο και από νοικοκυριά.
Πίσω από το συνολικό ποσό, ωστόσο, υπάρχει μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα, καθώς η αύξηση των καταθέσεων δεν κατανέμεται ομοιόμορφα μεταξύ των τραπεζικών λογαριασμών.
Με βάση τα στοιχεία του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, όπως παρατίθενται, στο τέλος του 2025 περίπου το 70% των ιδιωτών καταθετών ανά πιστωτικό ίδρυμα βρισκόταν στην κατηγορία έως 1.000 ευρώ.
Το 13% βρισκόταν στην κατηγορία από 1.000 έως 5.000 ευρώ, το 14% από 5.000 έως 50.000 ευρώ και το 1,5% από 50.000 έως 100.000 ευρώ.
Τα συγκεκριμένα στοιχεία, πάντως, αφορούν την κατανομή των καταθέσεων όπως καταγράφεται από το ΤΕΚΕ και δεν επιτρέπουν από μόνα τους ασφαλή αναγωγή σε μοναδικά φυσικά πρόσωπα, καθώς ένας πολίτης μπορεί να διαθέτει περισσότερους λογαριασμούς ή καταθέσεις σε διαφορετικές τράπεζες.
Μεγάλη απόσταση από την Ευρωζώνη στην αποταμίευση
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά για την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά είναι τα στοιχεία της Eurostat για το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Την ώρα που στην Ευρωζώνη το ποσοστό αποταμίευσης παρέμεινε στο 14,3% του διαθέσιμου εισοδήματος, στην Ελλάδα καταγράφηκε σημαντική υποχώρηση.
Το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, σημειώνοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη πτώση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη Ρουμανία.
Η εξέλιξη αποτυπώνει την πίεση που ασκούν οι καθημερινές δαπάνες στα οικογενειακά εισοδήματα, περιορίζοντας το περιθώριο δημιουργίας οικονομικού «μαξιλαριού».
Το 58% δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα»
Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από την έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ για την κατάσταση των ελληνικών νοικοκυριών.
Το 58% των καταναλωτών δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», ποσοστό πάντως μειωμένο από το 62% έναν μήνα νωρίτερα.
Την ίδια στιγμή, στο 13% από 11% αυξήθηκε το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν ήδη τις αποταμιεύσεις τους για να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Μόλις το 22% αναφέρει ότι αποταμιεύει λίγο ή πολύ, ενώ το 7% δηλώνει ότι έχει χρεωθεί, έναντι 8% τον προηγούμενο μήνα.
Το 84% δεν βλέπει δυνατότητα αποταμίευσης τον επόμενο χρόνο
Απαισιόδοξες είναι και οι προσδοκίες των νοικοκυριών για τους επόμενους μήνες.
Το 84% θεωρεί απίθανο να μπορέσει να αποταμιεύσει μέσα στο επόμενο 12μηνο, ενώ μόλις το 15% εκτιμά ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό ή πολύ πιθανό.
Παράλληλα, το 65% περιμένει ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται με τον ίδιο ή ακόμη ταχύτερο ρυθμό, ενώ το 13% αναμένει σταθεροποίηση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 59% των νοικοκυριών προβλέπει ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης κατά τους επόμενους 12 μήνες, ενώ μόλις το 3% περιμένει μικρή βελτίωση.
Το παράδοξο των καταθέσεων
Η εικόνα που διαμορφώνεται αποτυπώνει ένα φαινομενικό παράδοξο: οι συνολικές τραπεζικές καταθέσεις μπορούν να αυξάνονται την ίδια στιγμή που μεγάλος αριθμός νοικοκυριών δυσκολεύεται να αποταμιεύσει.
Η εξήγηση βρίσκεται τόσο στη διαφορετική οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών όσο και στη συγκέντρωση των καταθέσεων, αλλά και στο γεγονός ότι τα συνολικά τραπεζικά μεγέθη δεν περιγράφουν από μόνα τους πώς κατανέμεται ο πλούτος μεταξύ των πολιτών.
Για ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών, το βασικό οικονομικό πρόβλημα παραμένει η απόσταση ανάμεσα στην αύξηση του ονομαστικού εισοδήματος και στην πραγματική αγοραστική δύναμη, καθώς οι υψηλές τιμές περιορίζουν το ποσό που μπορεί να μείνει διαθέσιμο στο τέλος κάθε μήνα.

