Σε μια εποχή όπου η ποιότητα ζωής στις πόλεις δοκιμάζεται καθημερινά, ο σεβασμός στις ώρες κοινής ησυχίας φαίνεται να αποτελεί, όλο και περισσότερο, μια τυπική υποχρέωση χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Παρά το σαφές νομοθετικό πλαίσιο, η εφαρμογή του συχνά παραμένει ελλιπής, με αποτέλεσμα οι πολίτες να βιώνουν μια καθημερινότητα όπου η ησυχία μετατρέπεται σε ζητούμενο.
Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, οι ώρες κοινής ησυχίας διαφοροποιούνται ανάλογα με την εποχή. Κατά τη θερινή περίοδο, από 1 Απριλίου έως 30 Σεπτεμβρίου, ισχύουν από 15:00 έως 17:30 το μεσημέρι και από 23:00 έως 07:00 το πρωί. Κατά τη χειμερινή περίοδο, από 1 Οκτωβρίου έως 31 Μαρτίου, ισχύουν από 15:30 έως 17:30 και από 22:00 έως 07:30. Οι ρυθμίσεις αυτές αφορούν το σύνολο των δημόσιων και ιδιωτικών χώρων, συμπεριλαμβανομένων και των παιδικών χαρών, όπου η χρήση τους οφείλει να συμμορφώνεται με τα ίδια όρια, παρά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους.
Στην πράξη, ωστόσο, η εικόνα διαφέρει αισθητά. Στα Βριλήσσια, έναν δήμο που τα τελευταία χρόνια γνωρίζει έντονη οικιστική ανάπτυξη, με νέα οικοδομικά έργα, δημοτικές παρεμβάσεις και αυξημένη κυκλοφορία οχημάτων, το ζήτημα της ηχορύπανσης έχει λάβει διαστάσεις καθημερινής όχλησης. Η πόλη, που άλλοτε διατηρούσε έναν πιο ήπιο χαρακτήρα, μοιάζει πλέον με ένα διαρκές εργοτάξιο, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ήδη πιεσμένη καθημερινότητα των κατοίκων.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στις παιδικές χαρές του δήμου, οι οποίες, αν και αποτελούν ζωτικό χώρο για τα παιδιά και τις οικογένειες, συχνά μετατρέπονται σε εστίες έντονου θορύβου κατά τις ώρες που θα έπρεπε να επικρατεί ησυχία. Το φαινόμενο εντείνεται κυρίως τις μεσημβρινές ώρες, αμέσως μετά τη λήξη των σχολικών μαθημάτων, όταν αρκετοί γονείς επιλέγουν να μεταβούν στους χώρους αυτούς, αγνοώντας ή παραβλέποντας τα προβλεπόμενα χρονικά όρια.
Η ευθύνη, βεβαίως, δεν περιορίζεται μόνο στους πολίτες. Ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι καθοριστικός. Στην περίπτωση των Βριλησσίων, η απουσία Δημοτικής Αστυνομίας τα τελευταία χρόνια δημιουργεί ένα εμφανές κενό στην εποπτεία και την εφαρμογή των κανονισμών. Καταγγελίες πολιτών, όπως αυτές που έχουν περιέλθει μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, αναδεικνύουν το πρόβλημα και ενισχύουν την αίσθηση ότι η παραβατικότητα, μικρή ή μεγάλη, μένει συχνά χωρίς συνέπειες.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο νομικό ή διοικητικό. Είναι βαθιά κοινωνικό. Όταν η παραβίαση των κανόνων γίνεται ανεκτή ή, ακόμη χειρότερα, διδάσκεται έμμεσα στα παιδιά μέσα από τη συμπεριφορά των ενηλίκων, τότε το πρόβλημα διαιωνίζεται. Ο σεβασμός προς τον συνάνθρωπο και τον δημόσιο χώρο δεν μπορεί να είναι επιλεκτικός ούτε περιστασιακός.
Η επαναφορά της ισορροπίας απαιτεί συνδυασμό ελέγχου, ενημέρωσης και, κυρίως, συνείδησης. Οι ώρες κοινής ησυχίας δεν είναι μια τυπική διάταξη, αλλά ένας βασικός όρος συνύπαρξης στις σύγχρονες πόλεις. Και όσο παραμένουν «μόνο στα λόγια», τόσο η καθημερινότητα θα γίνεται πιο θορυβώδης, όχι μόνο σε ήχους, αλλά και σε έλλειψη σεβασμού.
Έφη Παππά για τα e-vrilissia
