Κατασκευάστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, περίπου το 1836, με πρωτοβουλία και χρηματοδότηση της Σοφί ντε Μαρμπουά Λεμπρέν, της γνωστής Δούκισσας της Πλακεντίας, ενώ τα σχέδια αποδίδονται στον μηχανικό Αλέξανδρο Γεωργαντά. Η κατασκευή της συνδέεται άμεσα με το ευρύτερο έργο της εκμετάλλευσης των λατομείων του Πεντελικού και τη μεταφορά μαρμάρου προς την Αθήνα, την εποχή του Όθωνα, όταν αναπτυσσόταν το νέο οδικό δίκτυο της πρωτεύουσας και γίνονταν μεγάλα δημόσια έργα.
Πρόκειται για πεντάτοξη πέτρινη γέφυρα, κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από πεντελικό μάρμαρο, υλικό ταυτισμένο με την αρχιτεκτονική ταυτότητα της Αθήνας. Το μήκος της φτάνει περίπου τα 40 μέτρα, ενώ το πλάτος της είναι γύρω στα 3,3 μέτρα και το ύψος της ξεπερνά τα 10 μέτρα από την κοίτη του ρέματος. Η μορφή της είναι τοξοειδής, με πέντε καμάρες, στοιχείο που της χάρισε και την ονομασία «Πέντε Καμάρες».
Η θέση της δεν ήταν τυχαία. Βρίσκεται πάνω σε ιστορική διαδρομή που συνέδεε την Αθήνα με τα λατομεία της Πεντέλης, μια από τις σημαντικότερες οικονομικές αρτηρίες της εποχής, καθώς από εκεί μεταφερόταν μάρμαρο για δημόσια έργα και για την ανοικοδόμηση των ανακτόρων. Στην ουσία, η γέφυρα εξυπηρετούσε τη ροή υλικών και ανθρώπων, λειτουργώντας ως κρίσιμο τεχνικό έργο της πρώιμης οδικής υποδομής της Αττικής.
Με το πέρασμα των δεκαετιών, το μνημείο ενσωματώθηκε στο φυσικό τοπίο της ρεματιάς και έγινε σημείο αναφοράς για την περιοχή. Παρά τη μεγάλη ηλικία του, εξακολουθεί να χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα, ενώ η παρουσία του μέσα στο πράσινο και στον αστικό ιστό το καθιστά μοναδικό παράδειγμα συνύπαρξης ιστορικής υποδομής και καθημερινής ζωής.
Σήμερα, η γέφυρα δεν αποτελεί μόνο τεχνικό έργο του 19ου αιώνα αλλά και πολιτιστικό τοπόσημο των Μελισσίων και Βριλησσίων. Έχει ενταχθεί σε διαδρομές περιβαλλοντικού και ιστορικού ενδιαφέροντος της ρεματιάς, προσελκύοντας περιπατητές, φυσιολάτρες και επισκέπτες που αναζητούν στοιχεία της παλιάς Αττικής μέσα στο σύγχρονο τοπίο.
Η «Πέντε Καμάρες» παραμένει ζωντανή υπενθύμιση μιας εποχής όπου η αρχιτεκτονική, η μηχανική και η ανάγκη για ανάπτυξη συναντήθηκαν με την ευαισθησία στο φυσικό περιβάλλον, αφήνοντας πίσω ένα έργο που αντέχει σχεδόν δύο αιώνες.
Ρεπορτάζ: e-Vrilissia
