Στις 7 Αυγούστου με Κοινή Υπουργική Απόφαση που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, ορίζεται η δυνατότητα δόμηση κοντά στον Αιγιαλό από τα 25 μέτρα, όταν το το Πρωτόκολλο για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης της Σύμβασης της Βαρκελώνης θέτει ως σημείο αναφοράς μια αδόμητη ζώνη τουλάχιστον 100 μέτρων, ενώ μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ενσωματώσει αντίστοιχες ή ακόμη αυστηρότερες αποστάσεις στο εθνικό τους πλαίσιο.
Η επιλογή αυτή των 25 μέτρων ως βασικής ζώνης απόλυτης προστασίας έχει βρεθεί στο στόχαστρο επιστημόνων και περιβαλλοντικών φορέων, οι οποίοι ζητούσαν σαφώς μεγαλύτερη απόσταση από τη θάλασσα.
Οι αντιδράσεις
Οι ενστάσεις στην Ελλάδα είχαν διατυπωθεί μήνες πριν από την τελική έγκριση του Ειδικού Χωροταξικού. Ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ) χαρακτήρισε προβληματικό το σχέδιο, υποστηρίζοντας ότι διατηρεί τη λογική της εντατικής τουριστικής ανάπτυξης χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη την κλιματική κρίση, τη φέρουσα ικανότητα των προορισμών και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τόπου. Κατά τον ΣΕΠΟΧ, η ελάχιστη απόσταση από την ακτή θα έπρεπε να ακολουθεί την κατεύθυνση του Πρωτοκόλλου της Βαρκελώνης και να φθάνει τα 100 μέτρα.

Η κριτική του Συλλόγου, όμως, δεν περιορίζεται στον αιγιαλό. Όπως υποστηρίζει, το νέο πλαίσιο εξακολουθεί να στηρίζεται στα ίδια χωρικά πρότυπα ανάπτυξης, δίχως να ενσωματώνει επαρκώς την ευαλωτότητα του τουριστικού μοντέλου απέναντι στην κλιματική κρίση, στις ενεργειακές προκλήσεις και στις γεωπολιτικές αναταράξεις. Η βασική ένσταση είναι ότι, αντί το χωροταξικό να λειτουργεί ως εργαλείο περιορισμού της υπερσυγκέντρωσης τουριστικών δραστηριοτήτων, κινδυνεύει, κατά τους επικριτές του, να επιβεβαιώσει ένα μοντέλο τουριστικής μονοκαλλιέργειας.
Παράλληλα, περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν επανειλημμένα ζητήσει από την Πολιτεία να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση των 25 μέτρων.
Η Greenpeace έχει διατυπώσει πολύ σαφή θέση. Εχει ζητήσει την άμεση κύρωση από την Ελλάδα του Πρωτοκόλλου της Βαρκελώνης και τη δημιουργία ζώνης 100 μέτρων από την υψηλότερη χειμερινή ίσαλο γραμμή στην οποία να μην επιτρέπεται η δόμηση. Παράλληλα έχει επικρίνει την Ελλάδα επειδή, σε αντίθεση με χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία, δεν διαθέτει αντίστοιχη εκτεταμένη αδόμητη παράκτια ζώνη.
Σε κοινή παρέμβαση οκτώ περιβαλλοντικών οργανώσεων — Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, Ορνιθολογική, Εταιρεία Προστασίας Πρεσπών, Greenpeace, Καλλιστώ, Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης, MEDASSET και WWF — είχε επίσης τονιστεί ότι η Ελλάδα δεν είχε κυρώσει το Πρωτόκολλο για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης. Οι οργανώσεις επέκριναν την έλλειψη ουσιαστικής προστασίας του παράκτιου χώρου απέναντι στην κλιματική κρίση και παρέπεμπαν ακριβώς στη ζώνη των 100 μέτρων.
Η «Βιώσιμη Κως» (σημειώνει ότι η απαγόρευση κατασκευών μόνο στα πρώτα 25 μέτρα από την ακτογραμμή «δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής προστασία» για νησιά που ήδη υφίστανται τουριστική πίεση, διάβρωση ακτών και κλιματικούς κινδύνους
Το «100 μέτρα» της Σύμβασης της Βαρκελώνης
Δεν υπάρχει ένας ενιαίος ευρωπαϊκός πολεοδομικός νόμος που να επιβάλλει σε κάθε ακτή της ΕΕ απόσταση 100 μέτρων. Υπάρχει, όμως, το Πρωτόκολλο για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης στη Μεσόγειο, στο πλαίσιο της Σύμβασης της Βαρκελώνης, το οποίο έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και προβλέπει ως βασικό κανόνα τη δημιουργία ζώνης όπου δεν επιτρέπεται η δόμηση, πλάτους όχι μικρότερου των 100 μέτρων από την υψηλότερη χειμερινή ίσαλο γραμμή.
Το ίδιο Πρωτόκολλο προβλέπει δυνατότητες προσαρμογής του συγκεκριμένου ορίου σε ειδικές περιπτώσεις, όπως για έργα δημοσίου συμφέροντος ή όταν υπάρχουν ιδιαίτεροι γεωγραφικοί και τοπικοί περιορισμοί.
Η Ελλάδα έχει υπογράψει το Πρωτόκολλο από το 2008, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν το έχει κυρώσει. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε επισημάνει το 2024 ότι, παρά τις σχετικές παροτρύνσεις, η χώρα μας δεν είχε προχωρήσει στην κύρωσή του.

Τι συμβαίνει σε άλλες χώρες της ΕΕ
Στη Γαλλία, η λεγόμενη Loi Littoral προβλέπει ότι εκτός ήδη πολεοδομημένων περιοχών απαγορεύονται οι νέες κατασκευές σε λωρίδα 100 μέτρων από την ανώτερη γραμμή της ακτής. Υπάρχουν εξαιρέσεις για δραστηριότητες που εκ φύσεως απαιτούν άμεση πρόσβαση στη θάλασσα, όμως η γαλλική νομοθεσία είναι σαφής: μέσα στη συγκεκριμένη ζώνη η προστασία του περιβάλλοντος υπερισχύει της οικιστικής ανάπτυξης.
Ανάλογη είναι η εικόνα στην Ισπανία. Ο ισπανικός νόμος περί ακτών καθορίζει ζώνη προστασίας 100 μέτρων προς την ενδοχώρα από το όριο της θαλάσσιας δημόσιας ιδιοκτησίας.
Μάλιστα, η ζώνη αυτή μπορεί, εφόσον απαιτείται για την αποτελεσματικότερη προστασία ενός τμήματος της ακτής, να επεκταθεί κατά επιπλέον 100 μέτρα, φτάνοντας δηλαδή συνολικά έως τα 200 μέτρα.
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι αποστάσεις που χρησιμοποιούνται στη Δανία.Η βασική παράκτια γραμμή προστασίας καθορίζεται κατά κανόνα στα 300 μέτρα, ενώ σε ορισμένες περιοχές με εξοχικές κατοικίες περιορίζεται στα 100 μέτρα.
Πρόκειται για ένα σύστημα που έχει ως στόχο να αποτρέπει την οικοδόμηση και τις αλλαγές χρήσεων κοντά στην ακτή και να διατηρεί ελεύθερο το παράκτιο τοπίο. Ουσιαστικά, η ευρωπαϊκή πραγματικότητα δεν είναι ενιαία. Όμως η κατεύθυνση σε αρκετές χώρες είναι σαφής: μεγάλες ζώνες παράκτιας προστασίας και αυστηροί περιορισμοί στη νέα δόμηση.
Γιατί 25 μέτρα;
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το νέο πλαίσιο αυξάνει την προστασία της παράκτιας ζώνης και βάζει για πρώτη φορά ενιαίους και άμεσα εφαρμοστέους κανόνες, αυξάνοντας παράλληλα την ελάχιστη αρτιότητα για νέες τουριστικές μονάδες σε πολλές περιοχές.

Απέναντι σε αυτή τη θέση, όμως, βρίσκεται το βασικό ερώτημα που έθεσαν επιστήμονες και περιβαλλοντικοί φορείς ήδη από τη δημόσια διαβούλευση: Γιατί μια χώρα με περισσότερα από 13.000 χιλιόμετρα ακτογραμμής, χιλιάδες νησιά και νησίδες και μια οικονομία που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα του φυσικού της τοπίου δεν επιλέγει μια μεγαλύτερη και ασφαλέστερη ζώνη προστασίας; Και κυρίως, γιατί σε μια εποχή κατά την οποία η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η διάβρωση των ακτών και τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα μεταβάλλουν τα δεδομένα, είναι τα 25 μέτρα σχεδιασμός για το μέλλον ή ένας συμβιβασμός με το αναπτυξιακό μοντέλο του παρελθόντος; Αυτό ακριβώς ήταν το βασικό καμπανάκι που έκρουσαν επιστήμονες και περιβαλλοντικές οργανώσεις πριν ενεργοποιηθεί το νέο Χωροταξικό.
