Την περιορισμένη πρόσβαση εκατομμυρίων πολιτών σε βασικές τραπεζικές υπηρεσίες φέρνει στη Βουλή η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Μιλένα Αποστολάκη, με ερώτηση προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη. Στο επίκεντρο της παρέμβασής της βρίσκεται η συρρίκνωση του τραπεζικού δικτύου, η οποία, όπως υποστηρίζει, έχει αφήσει ολόκληρες περιοχές χωρίς επαρκή φυσική εξυπηρέτηση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που επικαλείται η βουλευτής, τα τραπεζικά καταστήματα στην Ελλάδα μειώθηκαν από 4.097 το 2008 σε 1.352 το 2025, καταγράφοντας πτώση περίπου 67%. Η αντίστοιχη μείωση στην Ευρωζώνη ανήλθε σε 45,9%, γεγονός που αναδεικνύει την έκταση της συρρίκνωσης του δικτύου στη χώρα.
Η Αποστολάκη συνδέει την εξέλιξη αυτή με το ζήτημα της καθολικής πρόσβασης των πολιτών στις τραπεζικές υπηρεσίες, επισημαίνοντας ότι η ψηφιοποίηση δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως τη φυσική παρουσία των τραπεζών, ιδιαίτερα για κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών και πολίτες που δυσκολεύονται να εξυπηρετηθούν ηλεκτρονικά.
Εκατομμύρια πολίτες μακριά από καταστήματα και ΑΤΜ
Τα στοιχεία γεωχωρικής ανάλυσης που παραθέτει η βουλευτής αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Περισσότεροι από 2,5 εκατομμύρια πολίτες βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη των πέντε χιλιομέτρων από το πλησιέστερο τραπεζικό κατάστημα, ενώ 67 δήμοι, με συνολικό πληθυσμό σχεδόν μισού εκατομμυρίου κατοίκων, δεν διαθέτουν κανένα τραπεζικό κατάστημα.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και ως προς την πρόσβαση σε μετρητά. Περισσότεροι από 1,3 εκατομμύρια πολίτες απέχουν πάνω από πέντε χιλιόμετρα από το πλησιέστερο ΑΤΜ. Από αυτούς, το 96,1% κατοικεί εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης. Μάλιστα, στις περιοχές εκτός των δύο μεγαλύτερων αστικών κέντρων, περισσότεροι από ένας στους πέντε κατοίκους βρίσκονται σε απόσταση άνω των πέντε χιλιομέτρων από ΑΤΜ.
Η βουλευτής υπογραμμίζει ότι η πρόσβαση στα μετρητά εξακολουθεί να αποτελεί βασική ανάγκη για μεγάλο μέρος του πληθυσμού και προειδοποιεί ότι η απομάκρυνση τραπεζικών υποδομών επιβαρύνει ιδιαίτερα την περιφέρεια, τις μικρότερες κοινότητες και τους πολίτες με περιορισμένες δυνατότητες ψηφιακής εξυπηρέτησης.
«Το ΑΤΜ δεν υποκαθιστά ένα τραπεζικό κατάστημα. Όμως η πρόσβαση έστω σε ΑΤΜ αποτελεί την ελάχιστη προϋπόθεση για πρόσβαση στα μετρητά», σημειώνει, τονίζοντας ότι η ψηφιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, παρά τη μείωση του λειτουργικού κόστους για τις τράπεζες, δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την εγκατάλειψη ολόκληρων περιοχών.
Στο επίκεντρο και η κερδοφορία των τραπεζών
Στην κοινοβουλευτική της παρέμβαση, η Αποστολάκη θέτει και το ζήτημα της αναλογίας ανάμεσα στην υψηλή κερδοφορία των συστημικών τραπεζών και στις υποχρεώσεις τους απέναντι στην κοινωνία.
Όπως αναφέρει, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν το 2025 καθαρά κέρδη ύψους 4,65 δισ. ευρώ, ενώ οι διανομές προς τους μετόχους ανήλθαν σε 2,83 δισ. ευρώ. Με βάση αυτά τα δεδομένα, ζητά να εξεταστεί η σύνδεση της οικονομικής τους επίδοσης με συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τη διατήρηση επαρκούς δικτύου εξυπηρέτησης.
Η πολιτική διάσταση του ζητήματος αφορά, επομένως, όχι μόνο τον αριθμό των καταστημάτων που κλείνουν, αλλά και το ποιος επωμίζεται το κόστος της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος. Για τους κατοίκους περιοχών χωρίς τραπεζική παρουσία, η εξυπηρέτηση μπορεί να συνεπάγεται μεγαλύτερες μετακινήσεις, πρόσθετο κόστος και δυσκολίες στην εκτέλεση ακόμη και βασικών συναλλαγών.
Τι ζητά από την κυβέρνηση
Η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ καλεί την κυβέρνηση να θεσπίσει δεσμευτικά κριτήρια ελάχιστης γεωγραφικής κάλυψης του τραπεζικού δικτύου. Τα κριτήρια, σύμφωνα με την πρότασή της, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την πραγματική οδική απόσταση και τον χρόνο μετάβασης των πολιτών στην πλησιέστερη διαθέσιμη υποδομή.
Παράλληλα, ζητά να προηγείται αξιολόγηση των κοινωνικών και γεωγραφικών επιπτώσεων πριν από το κλείσιμο ενός τραπεζικού καταστήματος ή την κατάργηση ενός ΑΤΜ, καθώς και να ληφθούν στοχευμένα μέτρα για τις περιοχές που αντιμετωπίζουν τραπεζικό αποκλεισμό.
Στόχος, όπως υποστηρίζει, είναι η κερδοφορία των τραπεζών να συνοδεύεται από σαφείς υποχρεώσεις φυσικής παρουσίας και εξυπηρέτησης, ώστε η πρόσβαση σε βασικές τραπεζικές υπηρεσίες και μετρητά να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τον τόπο κατοικίας ή την ψηφιακή εξοικείωση κάθε πολίτη.
