Στην εισαγωγή της ανακοίνωσης σημειώνεται με νόημα ότι η πιο ειλικρινής αποτίμηση του κυβερνητικού έργου προήλθε από τον ίδιο τον πρόεδρο του κόμματος, ο οποίος σε πρόσφατη τηλεοπτική του συνέντευξη παραδέχθηκε την υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία έτη.
Το υπουργείο επιλέγει να απαντήσει σημείο προς σημείο στις επικρίσεις, παραθέτοντας συγκεκριμένα μακροοικονομικά μεγέθη.
Αναφορικά με το ζήτημα της ανάπτυξης, απορρίπτεται η ρητορική της ΕΛ.Α.Σ. περί στασιμότητας, καθώς υπογραμμίζεται ότι η Ελλάδα κατέγραψε σωρευτική άνοδο 10,8% τη στιγμή που ο μέσος όρος της Ευρωζώνης περιορίστηκε στο 6,5%.
Παράλληλα, το οικονομικό επιτελείο ξεκαθαρίζει ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης για τη χώρα ανέρχονται σε 36 δισεκατομμύρια ευρώ και όχι στα 70 που επικαλείται η αντιπολίτευση, ενώ τονίζεται ότι η βελτίωση των δεικτών μεταφράζεται ήδη σε 600.000 νέες θέσεις εργασίας και υποχώρηση της ανεργίας στο 8,9%.
Η μάχη των αριθμών για μισθούς, φόρους και χρέος
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών, με το υπουργείο να παρουσιάζει στοιχεία που δείχνουν αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 41,5% και του μέσου μισθού κατά 30%.
Δημοσιονομικά πλεονάσματα: Η κυβέρνηση ξεκαθαρίζει ότι τα τρέχοντα πλεονάσματα δεν προέρχονται από την ακρίβεια, αλλά από την πάταξη της φοροδιαφυγής, με το κενό του ΦΠΑ να περιορίζεται στο 9%.
Φορολογικές ελαφρύνσεις: Υπογραμμίζεται η υλοποίηση 83 μειώσεων σε άμεσους και έμμεσους φόρους, καθώς και η μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 35%.
Απομείωση δημοσίου χρέους: Οι αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης αναγνωρίζουν τη μείωση του χρέους κατά 63 ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που οδήγησε στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.
Το ιδιωτικό χρέος και οι πλειστηριασμοί
Στο κρίσιμο πεδίο των κόκκινων δανείων και της προστασίας της πρώτης κατοικίας, το υπουργείο απαντά με σκληρή γλώσσα, κατηγορώντας το επιτελείο της ΕΛ.Α.Σ. για άγνοια και υπενθυμίζοντας ότι το προηγούμενο νομικό πλαίσιο προστασίας είχε λήξει προτού αναλάβει η σημερινή κυβέρνηση.
Τέλος, το υπουργείο απορρίπτει τα στοιχεία για τη φτώχεια, διευκρινίζοντας ότι η άνοδος του σχετικού ορίου οφείλεται στην αύξηση του μέσου ετήσιου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, ενώ η απόλυτη φτώχεια έχει υποχωρήσει σημαντικά, αποδεικνύοντας ότι το οικονομικό μοντέλο της χώρας αλλάζει πλέον δομικά προς όφελος της κοινωνίας.
Αναλυτικά η απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών
ΑΠΑΝΤΗΣΗ :
Επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η Ελλάδα ήταν ουραγός στην ανάπτυξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την περίοδο 2015 – 2018, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης ήταν μόλις 0,8%, έναντι 2,1% στην Ευρωζώνη – 27η στους 27.
Από το 2019 έως το 2025, η εικόνα αντιστράφηκε πλήρως. Παρά τις διαδοχικές διεθνείς κρίσεις, η Ελλάδα κατέγραψε σωρευτική ανάπτυξη 10,8% σε σταθερές τιμές, έναντι 6,5% στην Ευρωζώνη.
Ακόμη και τα στοιχεία που επικαλούνται είναι πρόχειρα: μιλούν για 70 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, όταν το πραγματικό ποσό για την Ελλάδα είναι περίπου 36 δισ. ευρώ.
Κυρίως όμως, η ανάπτυξη πέρασε στην κοινωνία. Από το 2019 δημιουργήθηκαν σχεδόν 600.000 νέες θέσεις εργασίας και η ανεργία μειώθηκε από 17,3% στο 8,9%, σχεδόν στο μισό.
Οι καθαρές αμοιβές ανά εργαζόμενο αυξήθηκαν κατά 32%, ενώ ο κατώτατος μισθός κατά 41,5%. Αυτό σημαίνει ότι ο καθαρός μέσος μισθός αυξήθηκε περίπου 8% πάνω από τον πληθωρισμό και ο κατώτατος περίπου 18%.
Η σύγκριση με την περίοδο Τσίπρα είναι αποκαλυπτική: από το 2014 έως το 2019, οι αμοιβές ανά εργαζόμενο μειώθηκαν κατά 6,8% ονομαστικά και κατά 8,1% σε πραγματικούς όρους.
Η πραγματική εικόνα είναι σαφής: επί ΣΥΡΙΖΑ στασιμότητα και μείωση εισοδημάτων, επί Νέας Δημοκρατίας υψηλότερη ανάπτυξη, περισσότερες δουλειές και ουσιαστική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος.
2. Η ανταγωνιστικότητα χειροτερεύει.
Το εμπορικό έλλειμμα από 1,7 δισ. εκτινάσσεται στα 11 δισ. ευρώ. Δηλαδή +9,3 δισ. Ακόμα και διεθνείς δείκτες δείχνουν πτώση της Ελλάδας στην ανταγωνιστικότητα.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ :
Ο ισχυρισμός ότι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας χειροτερεύει διαψεύδεται από τα ίδια τα δεδομένα.
Σε όλους τους βασικούς διεθνείς δείκτες ανταγωνιστικότητας, η Ελλάδα έχει βελτιώσει σημαντικά τη θέση της. Στον δείκτη The Economist Intelligence Unit Business Environment Ranking, η χώρα ανέβηκε από την 61η θέση το 2019 στην 34η το 2025. Αντίστοιχα, στον IMD World Competitiveness Ranking, βελτιώθηκε από την 58η θέση στην 50ή.
Όσο για το εμπορικό έλλειμμα, η ανάγνωσή του εκτός πλαισίου είναι παραπλανητική. Η αύξησή του συνδέεται κυρίως με την αυξημένη εισαγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών λόγω της ισχυρής επενδυτικής δραστηριότητας.
Και αυτό αποτυπώνεται καθαρά στις επενδύσεις: από 20,3 δισ. ευρώ το 2019, εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 46,3 δισ. ευρώ το 2026, με τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ να αυξάνεται από 11% σε 17,7%. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις, αντίστοιχα, αυξήθηκαν από 4,5 δισ. ευρώ το 2019 στα 11,4 δισ. ευρώ το 2025.
Τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ: η ελληνική οικονομία γίνεται πιο ανταγωνιστική και πιο επενδυτικά ελκυστική.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Σε αντίθεση με τα πλεονάσματα της περιόδου Τσίπρα, που χτίστηκαν πάνω σε 30 αυξήσεις ή επιβολές φόρων και σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας, τα πλεονάσματα από το 2019 και μετά προέρχονται από την ανάπτυξη, την αύξηση της απασχόλησης, τη μείωση του κόστους δανεισμού του Δημοσίου και τη σημαντική περιστολή της φοροδιαφυγής.
Η Ελλάδα καταγράφει δημοσιονομικά πλεονάσματα ενώ, ταυτόχρονα, έχουν υλοποιηθεί 83 μειώσεις φόρων και η οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Επιπλέον, μετά τις μεγάλες φορολογικές ελαφρύνσεις του 2026 και τα μέτρα στήριξης απέναντι στην ενεργειακή κρίση, το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται να μειωθεί από 4,9% το 2025 σε 3,2% το 2026.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξάνονται λόγω της αύξησης του ΑΕΠ και της κατανάλωσης, της μεγάλης ανόδου του τουρισμού και τη μείωση του κενού ΦΠΑ, δηλαδή τη μείωση της φοροδιαφυγής.
Πιο συγκεκριμένα από το 2019 έως το 2025 (α) το κενό ΦΠΑ, δηλαδή η φοροδιαφυγή έχει μειωθεί από το 24% στο 9%, (β) η πραγματική κατανάλωση, αφαιρώντας την επίδραση του πληθωρισμού, έχει αυξηθεί κατά 15,1%, ενώ (γ) οι ταξιδιωτικές εισπράξεις έχουν αυξηθεί κατά 30%.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Χαρακτηριστικό της άγνοιας των στελεχών της ΕΛ.Α.Σ.: Συγχέουν την αύξηση των φορολογικών εσόδων που προέρχονται από την ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής με τη δήθεν αύξηση φόρων. Επί κυβέρνησης Μητσοτάκη έχουν μειωθεί 83 άμεσοι και έμμεσοι φόροι ενώ επί Αλέξη Τσίπρα αυξήθηκαν ή επιβλήθηκαν 30 φόροι.
Είναι προφανές ότι οι συντελεστές των φόρων εισοδήματος έχουν μειωθεί δραστικά, όσο και οι ασφαλιστικές εισφορές (κατά 5,4%), αλλά και ο ΕΝΦΙΑ (κατά 35%). Οι φόροι μειώνονται και οι μισθοί αυξάνονται.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ :
Άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομικής αμάθειας. Προφανώς, δεν συμφωνούν ούτε οι αγορές, ούτε οι οίκοι αξιολόγησης, οι οποίοι καταγράφουν ως ένα πολύ μεγάλο επίτευγμα της ελληνικής οικονομίας, την ταχύτερη μείωση δημοσίου χρέους στην οικονομική ιστορία της Ευρώπης, κατά σχεδόν 63 ποσοστιαίες μονάδες τα τελευταία 5 χρόνια. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα όταν επί Τσίπρα βρέθηκε στον πάτο των ομολόγων – «σκουπιδιών».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ :
Η μείωση του δημοσίου χρέους οφείλεται κυρίως στην οικονομική ανάπτυξη που υπερβαίνει κατά πολύ το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου και στα πρωτογενή πλεονάσματα που προκαλεί η υψηλή ανάπτυξη και η μείωση της φοροδιαφυγής. Ακόμα και σε ονομαστικούς όρους ΑΕΠ, το χρέος τα τελευταία έτη μειώνεται (από 364 δις το 2021 μετά την πανδημία σε 357 δις το 2026), πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για χώρα με οικονομική ανάπτυξη. Συστήνουμε στο επιτελείο του κυρίου Τσίπρα να φρεσκάρει την όποια γνώση του στα μακροοικονομικά δεύτερου έτους.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ :
Ο ισχυρισμός περί αύξησης της φτώχειας είναι ακόμη μία παραπλανητική ανάγνωση των στοιχείων, καθώς συγχέει τη σχετική με την απόλυτη φτώχεια.
Το ποσοστό σχετικής φτώχειας διαμορφώθηκε σε 19,6% το 2025. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολίτες έγιναν φτωχότεροι. Το κατώφλι φτώχειας αυξήθηκε κατά 43%, από 8.195 ευρώ σε 11.700 ευρώ, επειδή αυξήθηκαν συνολικά τα εισοδήματα στην οικονομία. Το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε την ίδια περίοδο από 16.147 ευρώ σε 21.724 ευρώ.
Η πραγματική εικόνα αποτυπώνεται στην απόλυτη φτώχεια, δηλαδή όταν συγκρίνουμε με σταθερό κατώφλι αναφοράς. Σύμφωνα με την ίδια την ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό αυτό μειώθηκε από 17,9% το 2019 σε 11,3% το 2025.
Με απλά λόγια, ένας στους τρεις συμπολίτες μας που με τα κριτήρια του 2019 θεωρούνταν φτωχός, δεν είναι πλέον φτωχός σήμερα.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ :
Το οικονομικό μοντέλο της Ελλάδας αλλάζει. Πρώτον, τα θεμέλια της ανάπτυξης (δημοσιονομικά, χρηματοπιστωτικά, επίπεδο ανταγωνισμού) έχουν βελτιωθεί. Αυτό αποτυπώνεται στη σύνθεση του ΑΕΠ, όπου οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί από 11% του ΑΕΠ το 2019 σε σχεδόν 17% το 2025. Αντίστοιχα, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών από 20% του ΑΕΠ προ κρίσης, έχουν διπλασιαστεί στο 40% και αυξάνονται σταθερά με ρυθμούς υψηλότερους της κατανάλωσης και του ΑΕΠ. Τρίτον, η παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας αλλάζει με τη βιομηχανία και μεταποίηση να αυξάνουν το ποσοστό τους σε ΑΕΠ και απασχόληση. Τέταρτον, η συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας αυξάνεται με ρυθμούς διπλάσιους της ΕΕ και τριπλάσιους της Ευρωζώνης από το 2019 και ύστερα. Πέμπτον, η ελληνική παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών στρέφεται όλο και περισσότερο σε κλάδους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως αποδεικνύει και η μεγάλη αύξηση εξαγωγών υψηλής τεχνολογίας.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Ως γνωστόν, η προστασία κύριας κατοικίας έληξε τον Φεβρουάριο του 2019 εις χείρας της Κυβέρνησης Τσίπρα, ο οποίος καθιέρωσε και τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς. Επίσης από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ τον νόμο 3869/2010 διαδέχθηκε ένας άλλος νόμος με πολύ περιορισμένο εύρος προστασίας δανειοληπτών, ο νόμος 4605/2019 ο οποίος και είχε μικρά αποτελέσματα.
Αντίθετα με τον εξωδικαστικό που έχει ρυθμίσει χρέη άνω των 19 δισ ευρώ, παρέχεται ουσιαστική προστασία στους πολίτες που έχουν πραγματική αδυναμία πληρωμής.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Τα 407,6 δισ ενσωματώνουν και τον εξυπηρετούμενο δανεισμό και αποδεικνύουν ότι επί Κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας έλαβε χώρα πιστωτική επέκταση. Μάλιστα, από το 2019, το Ληξιπρόθεσμο Ιδιωτικό Χρέος ως ποσοστό του συνολικού Ιδιωτικού Χρέους έχει παρουσιάσει σημαντική μείωση σχεδόν 13 ποσοστιαίων μονάδων, κλείνοντας σε 57% το τέταρτο τρίμηνο 2025, δείχνοντας έτσι την αποκατάσταση όσον αφορά στην εύρυθμη εξυπηρέτηση των οφειλών. Επίσης, ο δείκτης του ελληνικού ιδιωτικού χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ για το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat ανήλθε σε 94,5%, χαμηλότερο από τον μέσο όρο του δείκτη για τις 27 χώρες της Ε.Ε για το ίδιο έτος, που είναι στο 121,4%2. Η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. στην 16η θέση (σε φθίνουσα σειρά) ως προς τον εν λόγω δείκτη.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Η βελτίωση της εικόνας των μη εξυπηρετούμενων οφειλών εις χείρας τραπεζών και servicers αποδεικνύεται από τους αριθμούς: Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια προς τους Χρηματοδοτικούς Φορείς ανέρχονται σε 72,65 δισ. ευρώ για το τέταρτο τρίμηνο 2025 (5,68 δισ. ευρώ προς τις Τράπεζες και 66,97 δισ. ευρώ στους Servicers), από 99,7 δισ. ευρώ το 2018 (81,8 δισ. ευρώ προς τις Τράπεζες και 17,9 δισ. ευρώ στους Servicers), δηλ. έχουμε μείωση σε απόλυτους αριθμούς πάνω από 27 δισ. ευρώ.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Από τα 114,2 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμων οφειλών στην ΑΑΔΕ τουλάχιστον 35 δισ. ευρώ έχουν χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτα είσπραξης, δηλ. το 30,7%. Επίσης έχει παρουσιάσει αξιοσημείωτη μείωση ο αριθμός των οφειλετών κατά περίπου 77 χιλιάδες. Επίσης είναι γεγονός ότι σημειώνεται συγκέντρωση χρεών σε λίγους: Το 75,5% του συνολικού χρέους αντιστοιχεί στο 0,27% των οφειλετών, σε οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Τα 27,5 δισ. ευρώ προέρχονται από επιχειρήσεις μεγαλοοφειλέτες, με οφειλές άνω των 100.000 ευρώ και τα 12,6 δισ. ευρώ από περίπου 3 χιλιάδες επιχειρήσεις με οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ.
Τα περισσότερα από αυτά είναι παλαιές οφειλές πάνω από δεκαετία που επιδέχονται προσαυξήσεις λόγω μη πληρωμής για πολλά έτη (από τα 51 δισ. ευρώ, τα 21 δισ. ευρώ αφορούν προσαυξήσεις).
Σε κάθε περίπτωση οι οφειλέτες έχουν δυνατότητα να ρυθμίσουν τις οφειλές τους τόσο μέσω 72 δόσεων, όσο και του εξωδικαστικού.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Οι κατακυρώσεις σε σχέση με τους πλειστηριασμούς που ολοκληρώνονται είναι ένα ποσοστό της τάξεως του 24% κατά μέσο όρο. Για το 2025 μάλιστα το ποσοστό των κατακυρώσεων είναι ακόμα χαμηλότερο, στο 21%. Σημειώνεται ότι το ποσοστό αυτό καλύπτει όλα τα προς πλειστηριασμό είδη (κινητά, ακίνητα, κλπ). Συγκεκριμένα για τις κατοικίες, το ποσοστό που καταλήγει σε κατακύρωση ανέρχεται σε 10% και αφορά όλους τους τύπους κατοικιών, χωρίς να υπάρχει αναφορά για το πόσες είναι πρώτες κατοικίες. Επομένως, σε ό,τι αφορά κατακυρώσεις 1ης κατοικίας, το ποσοστό είναι πολύ κάτω του 10% επί των συνολικών πλειστηριασμών ετησίως.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Οι αριθμοί είναι ανακριβείς αφού από τα δημοσιευμένα μηνιαία αποτελέσματα προκύπτει ότι το σύνολο των επιτυχών ρυθμίσεων μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού έως και τα τέλη Μαΐου φθάνει τις 62.600 ρυθμίσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε αρχικές οφειλές ύψους 19,21 δισ. ευρώ.
Από τα αποτελέσματα, από το 2022 που ξεκίνησε η παραγωγή αποτελεσμάτων και ρυθμίσεων, μιλάμε για ένα εργαλείο του οποίου η εξέλιξη χρόνο με τον χρόνο είναι ραγδαία και συνεχόμενη. Μεταξύ 2022 και 2023 σημειώθηκε αύξηση στις ρυθμίσεις της τάξης του 245%, μεταξύ 2023 και 2024 αύξηση 81%, ενώ συγκρίνοντας τις επιδόσεις του εργαλείου το τελευταίο πλήρες έτος λειτουργίας (2025) με το πρώτο έτος λειτουργίας (2022) η αύξηση είναι της τάξεως του 700%.
Επίσης από τον Σεπτέμβριο ξεκινά και θεσμοθετημένη προστασία πρώτης κατοικίας μέσω εξωδικαστικού μηχανισμού. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης στις 120 δόσεις είχαν ενταχθεί οφειλές 6 δισ. ευρώ έναντι 19 δισ. ευρώ στον εξωδικαστικό.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Από τις μηνιαίες δημοσιευμένες εκθέσεις του εξωδικαστικού προκύπτει ότι 9.800 αιτήσεις αφορούν ευάλωτους και ήδη από αυτές οι 7.182 είναι επιτυχείς και 460 αφορούν ΑμεΑ τα οποία έλαβαν ρύθμιση και αποπληρώνουν σταδιακά τις οφειλές διατηρώντας την περιουσία τους. Επίσης 531 περιπτώσεις έσωσαν το σπίτι τους κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή αφού προχώρησαν σε ρύθμιση κάνοντας χρήση του μέτρου της προκαταβολής με υποχρεωτική ρύθμιση μέσω εξωδικαστικού. Οι 560 περιπτώσεις αφορούν σε οφειλέτες που έκαναν χρήση του Ενδιάμεσου Προγράμματος και πάγωσαν τον πλειστηριασμό χωρίς καταβολή κανενός ποσού, αντιθέτως έλαβαν επιδότηση από το κράτος για την αποπληρωμή της οφειλής τους μέχρι τη σύσταση του Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Το απόλυτο fake news.
Αύξηση κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σταθερές τιμές 2019-2025 : 12,7% στην Ελλάδα, έναντι 4,5% στην Ευρωζώνη.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ :
Η αλήθεια είναι η εξής:
- Μισθοί: Μεταξύ 2019 και 2026 ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 41,5%, από 650 σε 920 ευρώ. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα σε ό,τι αφορά τον μέσο μισθό του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, ο οποίος την περίοδο 2019-2025 αυξήθηκε κατά 30%. Την ίδια περίοδο ο σωρευτικός πληθωρισμός του Γενικού ΔΤΚ ήταν +19,4%. Δηλαδή, τα τελευταία 7 χρόνια οι μισθοί έχουν αυξηθεί σημαντικά περισσότερο απ’ ό,τι οι τιμές. Το ίδιο ισχύει και για το πρώτο τρίμηνο του 2026, όπου με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο Δείκτης Μισθολογικού Κόστους αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 6,7%.
- Συντάξεις: To 16,4% είναι μόνο η αύξηση βάσει πληθωρισμού και ΑΕΠ. Ωστόσο έχουν υλοποιηθεί πληθώρα άλλων παρεμβάσεων, όπως η ενίσχυση ύψους 300 ευρώ καθαρά κάθε Νοέμβριο, οι μειώσεις φόρου εισοδήματος, η απαλλαγή των πρώην δικαιούχων ΕΚΑΣ από τη συμμετοχή τους στη φαρμακευτική δαπάνη, η κατάργηση της μείωσης του 30% επί των συντάξεων των απασχολούμενων συνταξιούχων και η σταδιακή κατάργηση του συμψηφισμού της προσωπικής διαφοράς που υλοποιείται πλήρως από 1/1/2027. Συνολικά, η συνταξιοδοτική δαπάνη έχει αυξηθεί από τα 29,3 δισ. ευρώ το 2019 σε 35,7 δισ. ευρώ το 2026 (αύξηση 6,4 δισ. ευρώ ή 22%), χωρίς να λαμβάνεται σε αυτό υπόψη η μείωση της φορολογίας.
Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι το διαθέσιμο εισόδημα ενισχύεται περαιτέρω και με τις σημαντικές μειώσεις φόρων και εισφορών που έχει εφαρμόσει η κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια.
Γιάννης Μαρκούτης
