Πολλά είναι τα ζητήματα που προκαλούν εντάσεις στις πολυκατοικίες και από τα συχνότερα είναι τα κατοικίδια ζώα των ενοίκων. Ένας σκύλος που γαβγίζει ασταμάτητα, μια γάτα που κυκλοφορεί στους κοινόχρηστους χώρους, οι έντονες οσμές από ένα διαμέρισμα ή οι διαφωνίες για το αν επιτρέπονται ζώα συνολικά είναι καθημερινές αφορμές συγκρούσεων, οι οποίες συχνά ξεκινούν με μια παρατήρηση και καταλήγουν σε καταγγελίες στην αστυνομία ή ακόμη και στις δικαστικές αίθουσες.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο κανονισμός της πολυκατοικίας μπορεί να απαγορεύσει την κατοχή κατοικιδίων ή ότι αρκεί η διαμαρτυρία των γειτόνων για να αναγκαστεί κάποιος να απομακρύνει τον σκύλο ή τη γάτα του. Η πραγματικότητα, όμως, είναι αρκετά διαφορετική.
Το ισχύον νομικό πλαίσιο προστατεύει το δικαίωμα διατήρησης ζώων συντροφιάς, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να τίθενται ταυτόχρονα σαφή όρια, ώστε η άσκηση αυτού του δικαιώματος να μην εξελίσσεται σε μόνιμη όχληση για τους υπόλοιπους ενοίκους ή τους γείτονες.
Ο κανονισμός της πολυκατοικίας δεν μπορεί να απαγορεύσει τα κατοικίδια, θέτει όμως προϋποθέσεις
Το βασικό νομοθέτημα που ρυθμίζει σήμερα τα ζητήματα αυτά είναι ο ν. 4830/2021 για την ευζωία των ζώων συντροφιάς, ένας νόμος που άλλαξε πολλά στην αντιμετώπιση των οικόσιτων ζώων τόσο ως προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών όσο και ως προς τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους υπολοίπους.
Ο νόμος, λοιπόν, ξεκαθαρίζει ότι στις πολυκατοικίες επιτρέπεται η διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς, υπό συγκεκριμένες όμως προϋποθέσεις.
Καταρχάς, τα ζώα πρέπει να διαμένουν μέσα στο ίδιο το διαμέρισμα με τον ιδιοκτήτη τους. Η διαμονή τους σε κοινόχρηστους χώρους, όπως η πυλωτή, η ταράτσα, ο ακάλυπτος ή ο κήπος, επιτρέπεται μόνο εφόσον υπάρχει ομόφωνη απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών και πάντοτε με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες ευζωίας, οι υγειονομικές διατάξεις και οι διατάξεις περί κοινής ησυχίας.
Συνεπώς, τυχόν φροντίδα αδέσποτων ζώων από ένοικο της πολυκατοικίας καλό είναι να λαμβάνει χώρα σε δημόσιους χώρους (π.χ. στο πεζοδρόμιο), αφού στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας τυχόν αντίθεση ακόμη και ενός ενοίκου μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στον φροντιστή, όσο καλός και αν είναι ο σκοπός του.
Από την άλλη, αν το ζώο διαμένει μέσα στο διαμέρισμα, κανείς δεν μπορεί να το απαγορεύσει, αυτό όμως που δεν επιτρέπεται είναι το ζώο να παραμένει μόνιμα στις βεράντες ή άλλους ανοιχτούς χώρους του διαμερίσματος.
Πάντως, στον νόμο ορίζεται ρητά ότι η διατήρηση ζώων συντροφιάς δεν μπορεί να απαγορευθεί με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Ο κανονισμός μπορεί μόνο να προβλέπει ανώτατο αριθμό κατοικιδίων ανά διαμέρισμα, ο οποίος δεν μπορεί να είναι μικρότερος από τρία ζώα, ενώ κάθε σχετική τροποποίηση ισχύει μόνο μετά την πάροδο δώδεκα μηνών από την ψήφισή της.
Το δικαίωμα κατοχής κατοικιδίου δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη συμπεριφορά
Το γεγονός ότι ο νόμος προστατεύει τη διατήρηση κατοικιδίων δεν σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να τα διατηρεί χωρίς περιορισμούς ή αδιαφορώντας για τους γείτονές του.
Αντίθετα, ο ίδιος ο ν. 4830/2021 συνδέει το δικαίωμα κατοχής ζώου με συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Η τήρηση των κανόνων ευζωίας αποτελεί βασική προϋπόθεση. Το ζώο πρέπει να ζει σε κατάλληλες συνθήκες, να μη μένει μόνιμα σε μπαλκόνια ή ταράτσες και να λαμβάνει την απαραίτητη φροντίδα.
Παράλληλα, ο ιδιοκτήτης οφείλει να τηρεί τους κανόνες καθαριότητας, να απομακρύνει άμεσα τις ακαθαρσίες από τους κοινόχρηστους χώρους και να αποτρέπει τη δημιουργία έντονων οσμών ή ανθυγιεινών συνθηκών που επηρεάζουν τους υπόλοιπους ενοίκους.
Εξίσου σημαντική είναι η συμμόρφωση με τις διατάξεις περί κοινής ησυχίας. Ο νόμος παραπέμπει ρητά στις σχετικές αστυνομικές διατάξεις, γεγονός που σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης οφείλει να λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα ώστε το κατοικίδιό του να μη δημιουργεί συνεχή ή υπέρμετρη όχληση.
Με λίγα λόγια, δεν επιτρέπεται κανείς να αφήνει τον σκύλο του να γαβγίζει συνεχώς μέσα στο διαμέρισμα, ούτε μπορεί η γάτα του να κυκλοφορεί στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας και να λερώνει.
Από την άλλη, ένα εύλογο γάβγισμα του σκύλου ή συνηθισμένοι θόρυβοι (π.χ. επειδή ο σκύλος τρέχει μέσα στο σπίτι) δεν μπορούν προφανώς να θεωρηθούν περιστατικά υπέρμετρης όχλησης και πρέπει να γίνονται ανεκτά, όπως γίνονται αντίστοιχα ανεκτά άλλα περιστατικά μεταξύ των ενοίκων που προκαλούν μια παροδική ενόχληση και φασαρία.
Τι ισχύει όταν το πρόβλημα προέρχεται από το διπλανό σπίτι; Το γειτονικό δίκαιο και το συνεχές γάβγισμα
Οι ίδιες βασικές αρχές εφαρμόζονται όχι μόνο στις πολυκατοικίες αλλά και στις μονοκατοικίες ή στα γειτονικά ακίνητα.
Σε αυτές τις περιπτώσεις εφαρμόζεται το γειτονικό δίκαιο, δηλαδή οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ γειτονικών ιδιοκτησιών. Η βασική αρχή είναι ότι κάθε ιδιοκτήτης οφείλει να ανέχεται τις συνήθεις οχλήσεις που συνεπάγεται η καθημερινή χρήση μιας γειτονικής κατοικίας, όχι όμως και τις υπέρμετρες ή διαρκείς οχλήσεις που υπερβαίνουν το μέτρο της καλής γειτονίας.
Αυτό σημαίνει ότι ένα περιστασιακό γάβγισμα δεν αποτελεί παράνομη συμπεριφορά. Αντίθετα, όταν ένας σκύλος γαβγίζει επί ώρες, καθημερινά ή κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, εμποδίζοντας ουσιαστικά τη χρήση της κατοικίας από τους γείτονες, τότε η κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί παράνομη.
Το ίδιο ισχύει όταν υπάρχουν έντονες και μόνιμες οσμές, συσσώρευση ακαθαρσιών, εγκατάλειψη του ζώου σε μπαλκόνι ή αυλή ή γενικότερα συνθήκες που υπερβαίνουν την ανεκτή όχληση.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν μπορεί να προστατεύεται μόνο το δικαίωμα κατοχής κατοικιδίου, αλλά συγκρούονται δύο ισότιμα δικαιώματα, αφενός το δικαίωμα του ιδιοκτήτη να διατηρεί το ζώο του και αφετέρου το δικαίωμα του γείτονα να απολαμβάνει ανεμπόδιστα την ιδιοκτησία και την προσωπικότητά του.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις περί κοινής ησυχίας, αλλά οι διατάξεις που προστατεύουν αυτό το δικαίωμα του γείτονα να διαμένει στην οικία του με τους βασικούς κανόνες καλής διαβίωσης. Έτσι, στοιχειοθετείται παράβαση του νόμου αν το σκυλάκι γαυγίζει, για παράδειγμα, όλο το απόγευμα ακόμη και αν δεν πρόκειται για ώρες κοινής ησυχίας.
Τι μπορεί να κάνει ο γείτονας όταν η όχληση ξεπερνά τα όρια
Όταν η κατάσταση έχει ξεφύγει από μια απλή διαφωνία μεταξύ γειτόνων, υπάρχουν τόσο διοικητικά όσο και δικαστικά μέσα προστασίας.
Εφόσον παραβιάζονται οι διατάξεις περί κοινής ησυχίας ή διαπιστώνονται ζητήματα κακομεταχείρισης ή εγκατάλειψης του ζώου, μπορεί να κληθεί η Ελληνική Αστυνομία, η οποία έχει αρμοδιότητα να διαπιστώσει τις σχετικές παραβάσεις και να επιβάλει τις αντίστοιχες κυρώσεις ή να κινήσει τη σχετική διαδικασία.
Από την άλλη, ο θιγόμενος γείτονας μπορεί να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια, αιτούμενος την παύση της παράνομης συμπεριφοράς (π.χ. το γάβγισμα του σκύλου), ακόμη και με την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων όταν η όχληση είναι συνεχής και επείγουσα. Μάλιστα, εφόσον αποδειχθεί ότι η παράνομη συμπεριφορά προκάλεσε ζημία ή σοβαρή προσβολή της προσωπικότητάς του, μπορεί επίσης να αξιώσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Φυσικά, σπάνια έχει νόημα τέτοιες υποθέσεις να καταλήξουν στα δικαστήρια. Συνήθως, η επίκληση των δικαιωμάτων που δίνει ο νόμος στον θιγόμενο γείτονα αρκεί για να συμμορφωθεί ο ιδιοκτήτης του κατοικιδίου. Ωστόσο, συχνά τέτοιες συμπεριφορές συνδέονται με κακομεταχείριση του ζώου (π.χ. αν ο σκύλος παραμένει δεμένος όλη μέρα στον κήπο και γαυγίζει), οπότε εκεί έχει νόημα να ενημερωθεί η αστυνομία που είναι η αρμόδια για τη διαχείριση τέτοιων περιστατικών.
Αλεξιάννα Τσότσου
